διώκω


διώκω
διώκω
cause to run
pres subj act 1st sg
διώκω
cause to run
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διώκω — διώκω, δίωξα βλ. πίν. 25 (προφ. δι ώκω) Σημειώσεις: διώκω, διώκομαι : το ρήμα σημαίνει → υποβάλλω σε (δικαστική κυρίως) δίωξη και δεν πρέπει να συγχέεται με το διώχνω → απομακρύνω βίαια από κάπου …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διώκω — και διώχνω και διώχτω (AM διώκω) 1. (για κυνήγι, πόλεμο κ.λπ.) καταδιώκω, κυνηγώ με σκοπό να συλλάβω κάποιον 2. διατυπώνω επίσημα καταγγελία εναντίον κάποιου και κινώ τη διαδικασία να προσαχθεί σε δίκη 3. αποδιώχνω, εκτοπίζω 4. φρ. «ήρθαν τ άγρια …   Dictionary of Greek

  • διώκω — δίωξα, διωγμένος, καταδιώκω, καταζητώ, καταπολεμώ, κινώ ποινική διαδικασία εναντίον κάποιου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διώκετον — διώκω cause to run pres imperat act 2nd dual διώκω cause to run pres ind act 3rd dual διώκω cause to run pres ind act 2nd dual διώκω cause to run imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωκάθω — διώκω cause to run aor subj act 1st sg διώκω cause to run pres subj act 1st sg διώκω cause to run pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διώκεσθε — διώκω cause to run pres imperat mp 2nd pl διώκω cause to run pres ind mp 2nd pl διώκω cause to run imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διώκετε — διώκω cause to run pres imperat act 2nd pl διώκω cause to run pres ind act 2nd pl διώκω cause to run imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διώκῃ — διώκω cause to run pres subj mp 2nd sg διώκω cause to run pres ind mp 2nd sg διώκω cause to run pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διώξουσι — διώκω cause to run aor subj act 3rd pl (epic) διώκω cause to run fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διώκω cause to run fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διώξουσιν — διώκω cause to run aor subj act 3rd pl (epic) διώκω cause to run fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διώκω cause to run fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)